Lawrence Durrell’s “The Telephone”

Posted by

This is the first appearance, since its original publication in 1947, of the Greek-language translation of Lawrence Durrell’s story “The Telephone” which eventually formed part of Reflections on a Marine Venus.

Introduction

David Roessel with Shilo Previti and Matthew Kokai

Tucked inside the first floor of a building placed against the Crusader wall and just off a main square in the old city, the Municipal Library of Rhodes is itself an example of the “historic present” that Durrell writes about in Reflections on a Marine Venus. It is not the just the age of the building that provides this feeling, but the materials related to Durrell and his stay on the island that one can find preserved in the institution. It is fitting that the first section of Durrell’s book on Rhodes to appear in print was published in the Rhodian journal Techni as he was preparing to leave the island. The February and March issues contain an early version of Durrell’s account of his visit to the monastery that concludes the chapter “The Little Summer of Saint Demetrius” in the book that would appear five years later in 1953.

“The Telephone,” appeared in two sections in the February (pp. 17-34) and March/June issues in 1947 (pp. 99-103) in a Greek translation by Michalis Papathanasi. Durrell may have left the island before the second instalment (he travelled to England in early April 1947), but was on the island for the first. “The Telephone” was not the first time that Durrell had appeared in Techni. Part of the chapter of Prospero’s Cell on Karagiozis, the shadow puppet hero, also translated by Michalis Papathanasi, had been published in the April/May 1946 issue (pp. 50-53). In both cases the name L. Durrell appears as the author in Roman type.1 It followed the appearance of the English-language version of “The Telephone” in possibly the only edition of the short-lived journal Greek Horizons: a quarterly review in summer, 1946.

The English text that Durrell offered to Papathanasi to translate was close to the text that appeared in Reflections, and has a significant difference in only one place. In the published text, the young officer with whom Durrell talks on Leros says that he has no idea who the mysterious Major Anthony might be, “if at all”. In the text below, the officer answered that he knew of only one Major Anthony, who died in Gaza in 1942. His words leave the impression that the abbot of Patmos might be receiving phone calls from a man five years dead. This fits with the stress on the paranormal that runs throughout the book, .much of which was edited out by Anne Ridler. The publication of “The Telephone” preceded by six months the appearance of the second piece of Reflections to appear in print before book publication. “Can Dreams Live on When Dreamers Die?”, was published in the BBC Listener for 25 September 1947. But as this section of Durrell’s typescript was entirely cut from the published volume, no reader could know that Durrell’s discussion about ancient dream therapy was part of Reflections. Was previous English publication part of the reason the chapter “Dreams, Divinations” was removed by Faber and Faber,2 and was the story of the abbot and his telephone spared because it has only been printed in an obscure journal in Rhodes?

The journal Techni proclaims that it is a “monthly literary review.”3 The degree to which Durrell, as both information officer and censor, was involved in the production of the review is unclear. Durrell’s office may have offered some financial support to the effort, as the periodical begins during the British Military Administration and ended with the last delayed issue from March 1947, as the island became part of the Greek state. At that point, the Ministry of Culture in Athens would oversee cultural affairs. It is also important to keep in mind that during the years of Italian occupation before the Second World War (1936-40), there had been a ban on the use of the Greek language in schools, newspapers, and other media. The use of Greek in print during the British Military Administration was a step welcomed by the Greek population; however, on some occasions Durrell, in his role as censor, had to stop some publications that promoted union with Greece at a time when this was a matter of delicate discussion among the major powers. Durrell’s involvement with the emergence of Greek language publications in post-war Rhodes, his association with Rhodian writers and artists, and the overall policy of the British administration on cultural matters needs more investigation. Techni is a valuable source, as the list of editors and contributors provides a guide to Rhodians who played a role in the emergence of Greek language publications in post-war Rhodes.

There is more work to be done on both Techni itself and Durrell’s Greek connections on Rhodes.

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ

Μετάφρ. Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗ

Αἰγο πρὶν ροδίσει ἡ αὐγὴ μὲ ξύπνησαν διὸ τρεῑς ἀστραπές. Στὸ σκοτεινὸ διαδρομο εἰδα δρθιο τὸν καμπούρη μὲ τὸ τηλέφωνο στὸ ἕνα χέρι κι’ ἕνα ἀναμμένο κερὶ στὸ ἄλλο. <<ʼΕμπρός>> φώναζε μὲ τὴ ραγισμένη φωνή του, ἀνάμεσα ἀπὸ μίλια θάλασσας, <<Ἐμπρός! Ἐκεῖ ἡ Πατμος;>> Ἔνα ἀδύνατο κροτάλισμα ἡρθε πίθε πισω ἀπὸ τὸ νησί, μέσα ἀπὸ τὸ Τερμανικο τηλέφωνο ἑκοτρατείας. Σὰν ἑκκένωση χαμηλοῦ ἡλεκτρικοῦ ρεύματος. Ἡ ἀστραπὴ ἕλαμψε δυό φορὲς ἀκόμα — γαλανένιος σπασμὸς ἀσπράδας πίσω ἀπὸ τὰ πυκνὰ σύννεφα ποὺ σκέπαζαν τὴ Λέρο. <<Ἡ καταιγίδα ἔπαψε λίγο>> φώναζε ὁ καμπούρης, μορφάζοντας στὴν προσπάθεια νὰ κρατήσει ἀνοικτὴ τὴν ἀδύναμη τηλεφωνικὴ γραμμὴ. <<Σᾶς τοὺς στέλλουμε>>. Ἔξω, θὰ μποροῦσε ἀκόμα ν’ἀκούσει κανείς, τὸ μούγκρισμα τῆς θάλασσας καί τὸ φύσημα τοῦ ἀέρα ἀνάμεσα ἀπὸ τὴ φοινιχιὰ ψηλὰ στὸ λόφο.

Ὁ καμπούρης μπῆκε στὸ δωμάτιο κι’ἀκούμπησε δίπλα μου τὸ κερὶ κιʹ ἕνα φλυτζάνι τσαῖ. <<ʽΗ θάλασσα εἶναι ἥσυχ>> εἶπε, κι’ ἡ φωνή του σὰν ἀπὸ συμπάθεια ἔχασε κιʹ αὐτὴ τὴν ἀγριάδα της κιʹἔγινε ἥρεμη καὶ μαλακή. <<Σὲ λίγο θὰ εἰνα ἑδῶ γιὰ νὰ σᾱς πάρουνη. Τέσσερις μέρες τώρα ὁ καιρὸς μᾶς ἕχει κλείσει στὴ Λέρο. Ἔπινα τὸ τσάϊ μου, σιωπηλά, ψάχνοντας μὲ τὰ πόδια μου τὶς ζεστὲς γωνιὲς τοῦ κρεβατιου. Στάθηκε καὶ μὲ κύτταξε γιὰ λίγο, ϋστερα ἔβγαλε ἀπὸ τὴ τσέπη του τὴν χοντροκαμωμένη πίπα του καὶ τὴν ἅναψε στὴ φλόγα τοῦ κεριοῦ. <<Σήκω>> μοῦ εἶπε, καὶ μὲ τὶς τριζᾶτες μαῦρες μπότες του, τράδηξε γιὰ τὴν κουζίνα.

Ξαπλωμένος παρακολουθοῦσα τώρα τὴν ἀσπραδα τῆς ἡμέρας νὰ ξεχύνεται σιγὰ-σιγὰ στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ σκεδιάζει μὲ ἒντονες γραμμὲς τὸ μαῦρο πελώριο πέλμα τοῦ σύννεφου ποὺ ἀπλωνόταν πέρα πάνω ἁπ’ τὴν πόλη καὶ σαβάνωνε τὴν κορφὴ τοῦ κάστρου. ʽΟ ἀέρας μέσα στὸ δωμάτιο μύριζε μούχλα καὶ σὰν λάτι τὸ παληὸ καὶ τὸ μεταχειρισμένο. Τὸ ψηλὸ ραγισμένο ταβάνι,τὰ ἀλλόκοτα παράθυρα ἀπὸ ὀπου κρεμόντουσαν κουρτίνες ξεφτισμένου μπροκάτου, γεννοῦσαν ἕνα σωρὸ παράξενες σκέψεις κι’ ἄθελα σούφερναν στὸ νοῦ Βενετσιάνικη χαλκογραφία. Ἔνοιωθα πῶς ζῶ στὴν ἀπολιθωμένη ἀτμόσφαιρα ἐνὸς ἄλλου αἰῶνα καὶ τὸ κερὶ μὲ τὴ ρόδινη φωτεινὴ σταγόνα του συμπλήρωνε τὴν αὐταπάτη μου. Θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ χανεὶς πὼς ἡταν τὸ δωμάτιο ἑνὸς ἐξόριστου Πρωθυπουργοῦ στὸ βασίλειο τοῦ Ὄθωνα. Οἱ δολοφόνοι ἔμπαιναν ἀπ’ τὸ παράθυρο. Στὴ μακρυνὴ γωνιά, ἑκεῖ ποὺ εἶχε ξεθωριάσει τὸ χαρτὶ τῆς ταπετσαρίας, ἦταν τὸ ντριβάν, ὅπου θὰ τὸν ξάπλωναν. … Ἡ πιστὴ Ε. εἰχε ξυπνήσει καὶ μὲ χασμουρήματα χτένιζε τὰ μαῦρα μαλλιά της στὸ φῶς τοῦ κεριοῦ. Κάθησα καὶ περιεργαζομουνα τὸ φόρεμά της, τρώγοντας ψωμὶ καὶ βούτυρο, καὶ χουβεντιάζοντας μαζί της, ψιθυριστά; γιὰ νὰ μὴ ξυπνήσουμε τοὺς ἄλλους ποὺ ξαπλωμένοι στὶς πιὸ παράξενες γωνιὲς τοῦ παληοῦ σπιτιοῦ, ροχάλιζαν εἰρηνικώτατα. <<Νομίζεις πὼς θὰ τὰ καταφέρουμε;>> μὲ ρωτοῦσε κάθε τόσο, προδίνοντας τὸ φόβο της γιὰ τὴ φουςκοθαλασσιά, τὸν ἴδιο ποὺ ἔνοιωθα κι’ ἑγώ. <<Τρεῖς ὧρες διαδρομὴ εἶναι μονάχα>> εἶπα <<καὶ φυσικὰ δὲν εἶναι εὔκολη>>.

Τὰ πράματα ἔδειξαν ἀργότερα ὅτι εἶχα ἄδικο. ʼΑκούσαμε βιαστικὲς ἐπιταχτικὲς φωνὲς στὸ διάδρομο καὶ μὲ τοὺς σάκκους στούς ὤμους κατεβήκαμε ἐλαφροπατῶντας τὴν ξύλινη σκάλα ποὺ στέναζε κάτω ἀπὸ τὸ βάρος μας. Συναντήσαμε τοὺς ἄλλους ποὺ μᾶς περίμεναν κι’ ἀφίσαμε τὸ σπίτι σὰν κλέφτες. Κάτω ἀπὸ τὰ σύννεφα καὶ τὸ σκοτάδι ἡ γῆ ἦταν τυλιγμένη σὲ πυκνό ποῦσι ἀκάθαρτο καὶ παγερό. M’ ὅλα αὐτὰ ἡ βροχὴ εἷχε πάψει κι’ ὁ βαρκάρης ἄφισε νὰ τοῦ ξεφύγει γρυλλισμὸς ἰκανοποίησης. <<Ἡ θάλασσα εἶναι ἥσυχη>>, εἶπε <<πολὺ ἥσυχη>>. Προχωρούσαμε στὸ δρόμο τῶν καστανιῶν, ποὺ μὲ τὸν ἄλλον σχίζουν πέρα ώς πέρα τὴν πόλη, ἀκούγοντας τὸν παγερὸ θόρυβο τοῦ χείμαρρου ποὺ εἶχε φουσχώσει μὲ τὶς τελευταῖες βροχές. Μιὰ ἀστραπὴ μᾶς ἔδειξε τὸ δρόμο ποὺ ἡ καταιγίδα εἶχε μετατρέψει σὲ μαῦρο ὁρμητικὸ χείμαρρο καὶ νά ξανὰ τὸ σκοτάδ, ποὺ ἔρχεται μόλις κλείσει τὸ διάφραγμα φωτογραφιχῆς μηχανῆς. Εἶναι δύσκολο νὰ τὸ περιγράψει χανείς; γιατὶ πίσω ἀπ’ αὐτὸ, στὶς ἄκρες τοῦ οὐρανοῦ τὸ φῶς προχωροῦσε σὲ διαβάθμισες ἀκαθάρτου ἄσπρου. Ἐνόμιζες πὼς ἦταν ἡ σιλουέτα τῆς ἴδιας τῆς σκοτεινιᾶς.

Ξεγλυστρίσαμε ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς πορτοῦλες τοῦ λιμανιοῦ, ποὺ θύμιζαν πόρτες λαγουδιέρας, καὶ φθάσαμε στὸ μουράγιο ὄπου ἦταν ἀραγμένο τὸ καίκι. Τὸ πλήρωμά του μᾶς περίμενε βυθισμένο σέ ἀπόλυτη ἀπάθεια. ʽΟ καπιτανιος κρεμάστηκε ἀπὸ ἕνα σχοινὶ καὶ κύταζε τὸ νερό, γέρνοντας τὸ σῶμα του σὲ σχῆμα γωνίας… ὁ μοῦτσος κι’ ἕνας ναύτης χώθηκαν πρὸς τὴ μεριὰ τοῦ τιμονιοῦ καὶ γιὰ λίγο διακρίναμε μόνο τὰ γυμνὰ φουσκωμένα πόδια τους ἀνάμεσα στὰ κουλουριασμένα σχοινιά. ʼ´Υστερα τοὺς ξαναείδαμε κι’ὄσο σφυροῦσαν κουνοῦσαν μὲ ρυθμὸ τὰ κορμιά τους.

T’ὄνομα τοῦ καϊκριοῦ ἦταν <<Δησμονιά>>. Ἔνα μικρὸ γερὸ καϊκι καμωμένο στὸ σχέδιο τῶν ρηχόστερνων καϊκιῶν ποὺ οἱ ναυτικοὶ λένε <<τρεχαντήρια>> γιατὶ εἶναι πιὸ γρήγορα ἀπὸ τ’ ἄλλα ποὺ ἕκουν στέρνα πιὸ βαθειά. Oἱ κομάντος τοῦ ἔβαλαν ἕνα μοτόρι ποὺ τούδινε μιὰ ταχύτητα δώδεκα κόμπων. Τὴ δύναμή του τὴ νοιώσαμε μόλις ξεκίνησε κι’ ἄφισε τὸ πέτρινο μουράγιο καὶ τὸ λιμάνι, ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς μαϋρες δοῦρες ποὺ ἕδειχναν τὰ ναρκοπέδια, ὅπως ἒλεγε ὁ καπιτάνιος. Χωμένοι στὰ ροῦχα μας ποὺ ὅπως ὅπως ρίξαμε πάνω μας, βλέπαμε τὸ μαῦροἀφιλόξενο ἀκρωτῆρι γεμᾶτο βράχους, νὰ περνᾶ μπροστά μας σὰν σχοινὶ ποὺ ὄλο καὶ λιγόστευε καὶ μᾶς ἔσερνε στὸ ἀνοιχτὸ πέλαγος. Πέρα ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ τὰ μέρη τῆς Τουρκίας, τὸ φῶς ξέσπασε σὲ μιὰ μεριά μιά κόκκινη σταγόνα ξεγλύστρησε ἀνάμεσα οὐρανό καὶ θάλασσα καὶ βάλθηκε νὰ τρέχει στὰ οὐρανοθέμελα σὰν μύτη μαχαιριοῦ ποὺ ξεγλυστρά γύρω στὰ χείλη τοῦ στρειδιοῦ γιὰ ν’ ἀφίσει τὸ φῶς νὰ μπεῖ μέσα του. Τὸ κόκκινο χρῶμα ἀνακατεύτηκε μὲ τὸ μαῦρο κι’ έγινε πορφυρέντο, κι’ ἡ ἐπιφάνεια τῆς θάλατσας τὸ πῆρε τὸ δυνάμωσε καὶ τ’ἄλλαξε σέ πράσινο. Μιά ἄκρη τοῦ ἥλιου φάνηκε γιὰ μιὰ στιγμή, πέρα ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ τὰ νησιά, ἀπαίσια σὰν μονόφθαλμη κεφαλή. Μὰ χάθηκε πάλι κι’ἔμεινε τὸ σκοτάδι ξανά κι’ὁ βαρὺς σπασμὸς τῆς μηχανῆς… ʽΟ μοῦτσος καθισμένος στὴν πλώρη ἔπασχε νὰ δεῖ μέσα ἀπὸ τὴν ὁμίχλη κι’ὁδηγοῦσε τὸν τιμονιέρη μὲ φωνὲς καὶ χειρονομίες.

<<Κι’ἔτσι πάμε γιὰ τὴν Πάτμο>> εἶπε ἡ Ε. ξετυλίγοντας τὰ πακέτα μὲ σάντουῖτς κι’ ἔνα μπουκαλάκι κονιάκ.

Ἡ Πάτμος γιὰ μένα ἦταν πιὸ πολύ μιὰ ἰδέα παρὰ ἕνας τόπος, ἕνα σύμβολο παρὰ ἕνα νησί.

Γιὰ τὸν μοῦτσο ποὺ εἶχε ζαρώσει στὴν πλώρη, μὲ τὰ μάτια καρφωμένα στὸ ἀξεδιάλυτο φράγμα σκοτεινιᾶς κι’ ὁμίχλης, δὲν ἦταν παρὰ ἕνα ὄνομα ὄπως ὅλα ἄλλα, ἕνα μικρό πέτρινο σημάδι στὰ συχνοπεράσματα τῶν ταξιδιῶν τους. Μπορεῖ νὰ ξεχώριζει ἀπὸ τ’ ἄλλα γιὰ καμιὰ τὰ δέρνα ποὺ εἶχε ἐξαιρετικὴ ρετσίνα ἡ γιὰ κάποιο σπίτι ποὺ τὸ κουβεντολόγημα ἦταν ἰδιαίτερα εὔχάριστο μὲ μιὰ ὄμορφη πρωτοθυγατέρα. Κι’ ἐνῶ ἔψαχνε μὲ τὰ μάτια, ἔβλεπα ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ σχήματα νησιῶν νὰ ἔρχωνται κατὰ πάνω μας σὰν πολεμικὰ καὶ μὲ σύντομες ἄγριες φωνές – σὰν φωνὲς παγιδεμένου θαλασσοπουλιοῦ – κουνοῦσε τὰ χέρια του πότε δεξιὰ πότε ἀριστερὰ ὀδηγῶντας μας στὴ σιγουριὰ βανειῶν νερῶν. Λίγα μέτρα πιὸ πέρα θὰ ἕβγαιναν ἀπ’ τὸ νερὸ τὰ κατάβρεχτα νύχια τοῦ δράκου καὶ θὰξεγλυστροῦσαν πίσω μας καὶ θα χάνουνταν στὴν ἀβέβαιη – θαλάσσινη; γήϊνη;- ὕπαρξή τους, καὶ ὁ ἧχος τοῦ ἕλικα θὰ γινόταν πιὸ βαθὺς καὶ θάλλαζε ἡ ἔντασή του ὅπως ξέρει νὰ τὴν ἀλλάζει πάνω στὸ πετσὶ τύμπανου τεχνίτης ὀργανοπαίκτης. Μιὰ στιγμὴ ἡ ὀμίχλη ξεδιάλυνε κι’ εἴδαμε πάνω σὲ φυτεμένο ἀκρωτῆρι, κοπάδι ἀπὸ πρόβατα ποὺ φάνταζαν σὰν χρυσᾶ σημάδια, νὰ βόσκουν, κουδουνίζοντας, ἀνάμεσα σὲ κουμαριὲς καὶ ψηλὰ σ’ ἔνα βράχο, κυρίαρχη μορφή τῆς εἰκόνας, νὰ στέκεται ἀκίνητη κουκουλωμένη σιλουέττα ποὺ θύμιζε θυρωρὸ πολυκατοικίας. Ἡ ὁμίχλη ἔσβυνε τῶν ἦχο τῶν κουδουνιῶν ποὺ ὄσον κι’ ἄν ἔχαναν τὴ δύναμή τους δὲν ἔχαναν τὸν πλοῦτο τῶν τόνων τους.

Στὸ ἀναμεταξὺ ὁ ἥλιος μᾶς ξεγέλασε γιατὶ ὄσο κι’ ἄν ἀνέδαινε στὸν οὐρανὸ δὲν ἔφεγγε τὴ θάλασσα. Ανάμεσα ἀπὸ τὰ μαζεμένα σύννεφα ποὺ σούφερναν στὸ νοῦ παχὺ κιτρινωπὸ χαλί, οἱ ἀχτίνες περίλουαν ὅλα μ’ ἕνα χάλκινο χρῶμα κι’ ἔκαναν τὴ θάλασσα ἀπὸ κάτω μας νὰ λάμπει σὲ μολυβένιες ἀνταύγειες. Μ’ ὅλα αὐτὰ ἡ ὀρατότητα καὶ ἡ ταχύτητα τώρα ἦταν μεγαλύτερες. Ὁ καπιτάνιος ἀπ’ τὴ μεριὰ τοῦ τιμονιοῦ, ὅπου ἀκουμποῦσε, μᾶς ἔγνεψε μὲ χαρακτηριστικὴ ρωμέϊκη χειρονομία γιὰ νὰ μᾶς πεί ὅτι ὄλα πήγαιναν καλά. Ὁ μοϋτσος ἧρθε καὶ κάθισε κοντά μας γιὰ νὰ πιάσει κουβέντα. Σταγόνες θάλασσας ἔλαμπαν στὰ μαλλιὰ καὶ τὴ γενειάδα του. <<Ἡ Πάτμος θὰ σᾶς ἀρέσει>> μᾶς εἶπε. <<Σ’ ὅλους τοὺς ξένους ἀρέσει. Ἔχει καλὰ φροϋτα καὶ νερὸ καλό>>. Ἀνακάθισε γιὰ νὰ μπορέσει νὰ φουχτώσει μὲ πιὸ ἄνεση τὸ ἐγγλέζικο κουτὶ τῶν σπίρτων παὶ ν’ ἀνάψει τὸ σιγάρο του καὶ πρόσθεσε μὲ μιὰ δόση μεσαιωνικοῦ θαυμασμοῦ. <<Ἔχουν καὶ τηλέφωνο ἐκεῖ. Ὁ Ἡγούμενος μιλά μαζί του κάθε μέρα>>. <<Ἐσὺ μίλησες ποτέ;>> τὸν ρώτησα.

<<Ἐγώ; καὼ γιατί;>>

Ἔνας ἐλαφρὸς πονοκέφαλος διαδέχτηκε τὸ συναίστημα ὅτι εἴμαστε τυφλοὶ ὧρες τώρα. Ἡ ἀτμόσφαιρα ἔγινε πιὸ ζεστὴ μ’ ὅλο ποὺ τὰ σύννεφα μᾶς ἔχρυβαν τὸν ἥλιο, ποὺ χόχλαζε μὲ χολερικιά ὑγρὴ ἔνταση πάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα. Τὸ τελευταϊο ἀπ’ τὰ νησιὰ ποὺ χαράζουν τό διάδρομο ἀνάμεσα Λέρο καὶ Πάτμο, σὰν προγονικὰ τοτὲμ αὔξανε τὴν ἀνυπομονησία μας. Ὄπου καὶ νάταν θὰ βλέπαμε πιὰ τὴν Πάτμο ἀνάμεσα ἀπὸ τὴν τρεμουλιάρικη κουρτίνα τῆς ὁμίχλης.

Ὁ καπιτάνιος ἔδωσε σ’ἄλλον τὸ τιμόνιν κι’ἧρθε πρὸς τὴν πλώρη· ἐκρέμασε τὸ σῶμα ἔξω καὶ κύταξε ἐπίμονα πρὸς τὸν ὁρίζοντα σκεπασμένο ἀπὸ ἀτμούς. Μετὰ ἔβγαλε καὶ κύταξε τὸ pολόϊ του μὲ καμάρι γιατὶ ἧταν γερμανικό λάφυρο. Ἀπό δυὸ ὦρες τώρα ταξιδεύαμε. <<Στὸ κανάλι συχνὰ ἔχει φοσκοθαλασσια>> εἶπε ὁ γέρο καπετάνιος. <<Σήμερα, δόξα τῷ Θεῷ εἶναι ἐν τάξει. Ἀπόψε ὅμως θάχει πιὸ πολλὴ φουρτοῦνα>>. Τοῦ εἴπαμε ὅτι σκοπός μας ἧταν νὰ στρέψουμε τὸ ἴδιο βράδυ στὴ Λέρο. Κούνησε δυὸ τρεῖς φορὲς τὸ κεφάλι του μὲ προστατευτικὸ ὕφος καὶ ξεφύσησε τὸν καπνὸ τοῦ σιγάρου του. <<Κι’ ἄν δὲν μπορεῖτε>> εἶπι, <<δὲν πρέπει νὰ στεναχωριέστε γιατὶ ἔχει τὸ τηλέφωνο>>.

Ἡ φωνὴ τοῦ μούτσου, ποὺ εἷχε ξωαστρέψει στὴν πλώρη, μᾶς ἔκανε νὰ στραφοῦμε. Κάτι ἔδειχνε μὲ τὸ δάχτυλό του. Κατὰ τὸ βορρηά, ἡ ὁμίχλη εἷχε ξεχωρίσει καὶ πέρα ἀπ’ αὐτὴν ἔλαμπε, φωτισμένο ἀπὸ δέσμη ἡλιαχτίδων, ἕνα ἄσπρο ἀκρωτῆρι, σὰν φτεροῦγα κλειδονομάντη, ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ ἡ θάλασσα σμίγει μὲ τὸν, οὐρανό. Γιὰ λίγο σταμάτησε ἡ χιονάτη αὐτὴ ονειροφαντασία καὶ τὸ φῶς, ξεδιαλέγοντας θαρρεῖς, ἐφώτιξε ἕνα πύργο, ἕνα μπαστιόνι. Τὸ θόλο μιᾶς ἐκκλησιᾶς. <<Τὸ μοναστῆρι>> εἷπε ὁ καπιτάνιος. <<Ἡ Πάτμος>>. Τιὰ πολὺ καιρὸ βλέπαμε τὸ φῶς ποὺ πότε ἔπαιζε πάνω στὸ νησί, πότε ἄγγιζε κανένα στραφτερό τζάμι τοῦ μοναστηριοῦ καὶ πότε ἔσβυνε δίνοντας στὸ θαλάσσιο τοπεῖο μαύρους κι’ ἄσπρους χρωματισμοὺς ποὺ θύμιζαν σχέδιο ἰγνογραφίας.

<<Σὲ μισὴ ὥρα>> εἶπε ὁ γέρο καπιτάνιος σὰν νὰ πολεμοῦσε νὰ σταλάξει ὑπομονὴ μέσα του. <<Σὲ μισὴ ὥρα θὰ εἴμαστε ἐκεῖ>>.

<<Ἔλα, εἶπεἡ Ε.>> <<Πρέπει νὰ φᾶμε τώρα>>. Ὅσο κι’ ᾶν δὲν πεινούσαμε πρῶτα, τώρα μέσα στὸ γαληνεμένο κανάλι καὶ βλέποντας πιὰ τὸ νησί, ξαναστρυψαμε σπὰ σάντουῖτς καὶ τὸ κονιάκ μὲ σωστὴ πεῖνα. Ὁ μοῦτσος ἔβαλε στὴ φωτιὰ ἕνα μπρίκι καὶ μὲ μεγάλη μου ἔκπληξη εἰδα πὼς ὄλο τὸ πλήρωμα εἶχε πάρει τὴ συνήθεια νὰ πίνει τσάϊ τοῦ Ἀγγλικοῦ Στρατοῦ, ἕνα γλυκό, δυνατὸ βραστὸ πιστό, τὸ πιὸ ἀηδιασιτικὸ ποὺ ἐγινέ ποτε. Σίγουρα ἡ συνήθεια αὐτὴ ἦταν κληρονομιὰ τῶν ἡμερῶν τῶν κομάντος ὅπως φαινόταν κι’ ἀπὸ τὴ μαστοριὰ τοῦ καπιτάνιου στὸ ν’ ἀνοίγει κουτιὰ κονσέρβας.

Τελειώσαμε τὸ φαγητό μας τὴν ὥρα ποὺ τὸ καίκι, ἔμπαινε στὸ λιμάνι τῆς Πάτμου, ποὺ κάτω ἀπ’ τὸν ἀνέφελο τώρα οὐρανὸ ἔλαμπε σὰν διαμάντι ἀνάμεσα στοὺς λόφους.

<<Καλῶς ὀρίσατε>> μᾶς φώναξαν ἀπ’ τὸ μουράγιο ένῶ δέναμε τὰ παλαμάρια καὶ μονομιᾶς ἕνα χαρούμενο αἴσθημα μᾶς πλημμύρισε γιατὶ. Ξαναβρίσκαμε τοὺς πατροπαράδοτους τύπους τῶν Ἐλληνικῶν νησιῶν. Πάνω στὸ ἄσπρο μικρὸ μουράγιο θὰ μποροῦσες νὰ τοὺς βρεῖς ὅλους μιὰ ματιὰ ἕφτανε γιὰ νὰ δεῖς τοὺς ἕξη ἑφτὰ ἀντιπροσωπευτικοὺς τύπους ποὺ γεμίζουν τὰ Ἑλληνικά νησιὰ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἰστορίας. Ὁ γέρο θαλασσόλυκος μὲ τὰ ροζιάρικα χέρια καὶ τὰ παχειὰ μουστάκια, ὁ δάσκαλος τοῦ χωριοῦ ἐπίσημος μέσα στὰ εὐρωπαϊκά του ροῦχα, τὸ μισοπάλαβο παιδὶ τοὺ παίζει βιολὶ ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς ταβέρνας, ὁ ποιητὴς τοῦ νησιοῦ, ποὺ ὄπως λέει ἡ παράδοση οἱ Νεράϊδες τοῦ πῆραν τὰ συλλοϊχά του. Τὰ ἀνοιχτόχρωμα μάτια τους καὶ τὸ ὄμορφο μελαχροινό τους δέρμα ἔδειχναν φανερὰ πὼς ἧταν νησιῶτες, γεννημένοι μέσα σ’ αὐτὸν τὸν γαλάζιο καθάριο ἀέρα. Τὸ <<καλῶς ὠρίσατε>> ἦταν γεμᾶτο χαρὰ καὶ ζεστάδα κι’ ἔτσι ὄπως πρόφεραν τὴν ἰερὴ λέξη <<ξένοι>> ἦταν οἱ ἀτόφιοι Ἔλληνες ὅπως ποθούσαμε νὰ τοὺς ὀροῦμε. Γλυτώσαμε, σὲ γοργὴ διαδοχή, ἀπὸ ἕνα γάϊδαρο, ἕνα μάτσο λουλούδια καὶ ἀπὸ τὴν προσπάθεια νὰ μᾶς πιάσουν κουβέντα μὲ τὰ συνηθισμένα <<πόσων χρονῶν είστε>>, <<ἀπὸ ποὺ ἔρχεστε>>, <<τὶ δουλειὰ κάνετε>>. Ὁ ταβερνάρης μᾶς χαιρέτησε, κακομούτσουνα, ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς ταβέρνας του. Ὄπου στὴ σκοτεινιά, γύρω ἀπὸ ἕνα τραπέζι, καθόταν ἡ συνηθισμένη ὁμηρικὴ παρέα κι’ ἔπαιζε χαρτιά. Περπατήσαμε στὸ στενὸ κεντρικὸ δρόμο ἀνάμεσα ἀπὸ χαρούμενα πρόσωπα γυναικῶν, περάσαμε τὴ γέρικια φοινικιά – τὸ τελευταῖο λείψανο τῶν φοινικιῶν ποὺ ἔκαναν τοὺς Βενετσιάνους νὰ δώσουν στὴν Πάτμο τὸ ὄνομα Παλμόζα – καὶ τραβήξαμε γιὰ τὸ γυμνὸ λόφο μὲ τοὺς σκοτεινόχρωμους βράχους ποὺ ἦταν ἀκόμη ὑγροὶ ἀπ’ τὴ βροχή. Ἀνάμεσά τους μουρμούριζανφουσκωμένοι χείμαρροι.

Μπροστά μας, ἀκουμπισμένο θαρρεῖς στὸ σύννεφο, ὑψωνόταν τὸ μοναστῆρι μὲ τὸν παράξενο συνδυασμὸ ὀδοντωτῶν πυργίσκων καὶ καμπαναριῶν ποὺ θύμιζαν μεσαιωνικὸ κάστρο – σὰν καὶ κεῖνα ποὺ βλέπει κανεὶς στὰ Ρούσικα φίλμ. – Ἡ μεγάλη πόρτα ἦταν ὀρθάνοιχτη καὶ περίμενες νὰ δεῖς νὰ ξεπετιοῦνται ξαφνικὰ Τάρταροι καβαλλάρηδες, νὰ βγάζουν ἄγριες φωνὲς καὶ νὰ νουνοῦν τὰ κοντάρια τοὺς καὶ τὶς πέτσινες ἀσπίδες τους. Ἀντὶ γι’ αὐτοὺς ὅμως περνοῦσαν ἑχείνη τὴ στιγμὴ κοριτσάκια ποὺ τραγουδοῦσαν ἕνα τραγοῦδι τοῦ νησιοῦ μὲ τρυφερὲς ραγισμένες φωνοῦλες. Μ’ ὅλη τὴν ἀπόστασηε τὸ τραγοῦδι ἔφτανε καθαρώτατο ἀνάμεσα ἀπ’ τὴ γαλάζια ἀτμόσφαιρα.

Στὴ μέση τοῦ δρόμου ἀπαντήσαμε ἕνα βοσκὸ καθισμένο σ’ ἕνα πέτρινα παραπέτο μὲ τὴν ἀγκλίτσα στὸ χέρι, ποὺ κουβέντιαζε μὲ τὸ κοριτσάκι του κι’ ἔρριχνε κάθε τόσο ἀγριοφωνάρες στὸ κοπάδι του. Καθίσαμε κοντά του γιὰ νὰ ξεκουραστοῦμε γιατὶ ἡ διαδρομή μας ἦταν γοργὴ καὶ δύσκολη. Μᾶς πρόσφερε δειλὰ ἕνα κομμάτι ψωμὶ καὶ μεῖς γιὰ ἀνταπόδοση τὸν βγάλαμε φωτογραφία. Ἡ φιλόξενη διάθεσή του τὸν ἔσπρωξε νὰ μᾶς δείξει τὴ δυσαρέσκειά του γιατὶ ὁ καιρὸς δὲν ἦταν εὐνοϊκὸς γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ εὐχαριστηθοῦμε περισσότερο. Τὸ ἀπαίσιο κουρέλλι – ναυάγιο τοῦ σύννεφου σερνόταν ὁλοένα ἀνατολικὰ καὶ δυτικὰ τοῦ νησιοῦ κι’ ἄφινε ὅλα φωτισμένα ἀπ’ τὸν ἥλιο σάν καλοκαιριάτικη ὀασή. Κί’ ἡ λιακάδα αὐτὴ ξεγελοῦσε καὶ τὶς μέλισσες μέσα στὶς κυψέλλες τοῦ μοναστηριοῦ.

<<Σᾶς περιμένουν;>> ρώτησε ὁ βοςκός.

<<Τηλεφωνήσαμε στὸν Ἡγούμενο>>.

<<Τότε θὰ φᾶτε καλά>> εἶπε μὲ ἀνακούφιση. Ἔνα τέταρτο τῆς ὥρας μᾶς χώριζε ἀπὸ τὸ μοναστῆρι ποὺ ἀπαλοκαθόταν στὸ μεγάλο κατῶφλι ἐνὸς μαυροκόκκινου βράχου. Τὸ μικρὸ μοναστῆρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ἐκεῖ ὅπου γράφτηκε ἡ Ἀποκάλυψις, ἦταν κάτω ἀπὸ μᾶς μὲ τὴ σπηλιά του γεμάτη θεικὸ φῶς καὶ τὶς ξεφτισμένες σημαῖες του.

<<Θὰ πηγαίνουμε>> εἶπα.

<<Ὁ Θεὸς μαζύ σας>> ἀπάντησε μὲ φανερὴ δυσφορία ὁ βοσκός, γιατὶ ἡ κουβέντα εἶναι μιὰ σπάνια χαρὰ στοὺς νησιῶτες αὐτοὺς ποὺ γνωρίζει ὁ ἕνας τὸν ἄλλο ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια.

<<Ὁ Θεὸς μαζύ σας>> ἐπανέλαβε καὶ τὸ κοριτσάκι του μὲ χαρούμενο ὕφος μικρομεγάλης.

Περάσαμε τὴ μεγάλη πόρτα καὶ βρεθήκαμε ἀμέσως σὲ μιὰ λαγουδιέρα ἀπὸ χοχλακιασμένα δρομάκια, τόσο φαρδειὰ ὅσο νὰ χωρεῖ φορτωμένο μουλάρι καὶ τόσο μπερδεμένα ποὺ θύμιζαν λαβύρινθο. Διαβήκαμε ἀπὸ δρόμους μὲ σγαλοπάτια, ἀπὸ ἀλλέες, στρίψαμε γωνιές, μᾶς δόθηκε ἡ ἐντύπωση πὼς ξαναπερνοῦμε ἀπὸ τὰ ἴδια μέρη, σὲ διαφορετικὰ ὕψη, ὥς ὅτου βρήκαμε τὴ μεγάλη πόρτα τοῦ μοναστηριοῦ, ὀρθάνοικτη κι’ αὐτὴ. Τώρα, ἀπὸ κάθε γωνιά, τὸ τοπεῖο ἄρχισε ὰξεκαθαρίζει καὶ νὰ λάμπει, ὁ ἀστραφτερὸς κόρφος καὶ ἡ μακρυνὴ θάλασσα, ἀνάμεσα σὲ πράσινα καὶ γκρίζα χρώματα. Στὴν αὐλὴ ἡ σιωπὴ ἦταν ἀπόλυτη. Τὰ πρόσωπα, στὰ χρωματιστὰ ξύλινα τέμπλα, ἐκύταζαν γαλήνια. Μιὰ στιγμή, ἀπὸ τὰ σκότη τοῦ μοναστηριοῦ ἔφθασε ἀδύνατος ἦχος Ἑλληνοβυζαντινῆς προσευχῆς. Κι ‘ἄλλη φωνὴ ἄρχισε μιὰν ἔρρινη μουρμουριστὴ ἀπάντηση. <<Ἔχει λειτουργία μένα>> εἶπε ἡ Ε. Πολλὲς φωνὲς μαζύ, τώρα, ἔσχισαν τὴ σιγαλιά κι’ ὁ ἦχος ἔφθανε σὰν φύσημα σὲ χτόνι σκεπασμένο μὲ λεπτὸ χαρτί. Τὸ ἀδύνατο κουδούνισμα τοῦ θυμιατοῦ καὶ τὸ ἀδυναμούτσικο φύσημα τοῦ θυμιάματος ξελυστροῦσαν ἀπ’ τὸ σκοτάδι κι’ ἔφταναν σὲ μᾶς. Ξαλάφρωσα τὴν πλάτη μου ἀπ’ τὸ βαρύ σάκκo κι’ ἔβηξα δυὸ φορές. Ἕνας παραγυιὸς ξεπτάχτηκε, ἀμέσως, ἀπὸ μιὰ πόρτα κάτω ἀπὸ τὴ ξύλινη σκάλα καὶ εἶπε τ’ ὄνομά μου χωρὶς νὰ δείξει καμμιὰ ἀπορία ἅμα εἶδε πὼς δὲν εἶχα ἀντίρρηση. <<Ἀμέσως>> εἶπε χαμηλόφωνα καὶ βιαστικά, <<ἀμέσως>>. Ἐχύθηκε μέσα στὸ σκοτάδι σὰν δύτης στὸ νερὸ καὶ ξανάστρεψε στὴν ἐπιφάνεια κρατώντας τὸν Ἡγούμενο ἀπὸ τὸ χέρι. Ἀρχίσαμε τὶς χαιρετοῦρες, ζητῶντας συγγνώμη γιὰ τὴν ἐνόχληση. Ὁ Ἡγούμενος χαμογέλασε μέσα ἀπὸ τὴ γενειάδα του καὶ τὴν ἐκυμάτισε μὲ τὸ χέρι. <<Ἐλᾶτε>> εἶπε αὐθόρμητη τὰ καὶ καλόκαρδα <<κοντεύουμε νὰ τελειώσουμε. Ἐλᾶτε μαζύ μας>>. Καὶ μᾶς ὡδήγησε ἀπὸ τὸ χέρι μέσα στὸ μισοσκόταδο ὅπου τώρα εἶχε ἀρχίσει τὸ χερουβικό.

Ὁ διάκος ἐμουρμούριζε κάτι ἀπὸ ἕνα χονδροδεμένο Βυζαντινὸ εὐαγγέλιο ποὺ κρατοῦσε ἀκουμπισμένο στὸ στῆθος. Ὁ Ἡγούμενος χώθηκε στὴ μέση του κι’ μεῖς καθίσαμε σὲ κεῖνα τὰ ἄνετα στασίδια ὅπου κρεμιέται κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀγκῶνες του. Ἤταν μιὰ τελεία εἰσαγωγή, ἐνῶ οἱ ψαλμωδίες κι’ οἱ ἀπαντήσεις ὑψώνουνται καὶ σβύνουν μέσα στὸ σκοτάδι. Ξεκουραζόμουν κι’, ἄφινα τὰ μάτια μου νὰ πλανιῶνται στὸ πλούσιο τέμπλο μὲ τὰ στολίδια του καὶ τὶς ζωγραφιές του. Τὸ μοναδικὸ φῶς ἐρχόταν ἀπὸ ἕνα θολὸ κομμάτι τζάμι ἐπάνω στὸ θόλο. Τὸ σκοτάδι ἦταν ξεκουραστικὸ κι’ ἔνοιωθα πὼς μποροῦσα ν’ ἀποκοιμηθώ ἐνώ οἱ μοναχοὶ πηγαινοέρχονταν στὴ σκοτεινιὰ κι’ ἔψαλλαν μέσα ἀπὸ διάφορα βιβλία ἡ ἐλίκνιζαν τὸ θυμιατὸ καὶ κουνιόντουσον ρυθμικὰ μὲ ἀσύγκριτη χάρη. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὄτι ζοῦσε πέρα ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια. Οἱ φωνές τους ἔφθαναν, θαρρεῖς, ἀπὸ τὸ βάθος τῆς θάλασσας καὶ πὼς τὶς ἔσβυναν ὁ θόλος σὲ σχῆμα μανιταριοῦ, τὸ σκοτάδι, τὸ ἔντονο ἔρεβος.

Ἡ λειτουργία τέλειωσε κι’ ἕνας διάκος μπροστά στὴν Ὡραία Πύλη ὕψωσε τὸ πρόσωπό του κι’ ἔσβυσε ἕνα κερί. Ἀμέσως περιτριγυριστήκαμε ἀπὸ φίλους. Ἔξη μεγαλόσωμοι μοναχοί μὲ πλούσιες σγουρὲς γενειάδες κα’ ἐκφραστικὰ χέρια. <<Δόξα τῷ Θεῷ>> εἶπε ὁ Ἡγούμενος <<ἦρθε ἐπὶ τέλους ἕνας Ἐγγλέζος γιὰ νὰ μιλήσουμε λιγάκι>>. Ἀργότερα, χωρὶς ἀμφιβολία, ἀναθεώρησε τὴ γνώμη του γιὰ τὰ φτωχά μου ἑλληνικά. Ἡ Ε. ὅμως τὰ κατάφερε μιὰ χαρὰ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον της κι’, ἡ χαρη της ἔλυσε τὶς γλῶσσες ὅλων κι’ ἔτσι ἡ συζήτηση γενικεύθηκε ὁ καθένας ἄρχισε νὰ μιλᾶ μὲ τὴ χάρη ἐκείνη ποὺ εἶναι τόσο εἰλικρινὴς στοὺς Ἔλληνες. Βγήκαμε στὴν αὐλὴ καὶ μᾶς ἐξήγησαν τὶς εἰκόνες στὰ χρωματιστὰ τέμπλα καὶ μᾶς ἔδειξαν πίσω ἀπὸ τὴν Ἀγία Τράπεζα τοὺς θησαυροὺς τοῦ μοναστηριοῦ – πλούσια κεντημένα φελόνια και πετραχίλια, μιὰ δωδεκάδα διαφορετικά δισκοπότηρα καὶ διαμαντοκόλλητα δεσίματα γιὰ βιβλία. Ἡ κούραση ὅμως τώρα ἄρχισε νὰ μᾶς βαραίνει καὶ ζητήσαμε νὰ ξεκουραστοῦμε ἐστάθη ἀδύνατο. Ἔπρεπε νὰ δοῦμε ὅλο τὸν ὄγκο τῆς ἀρχιτεκτονικῆς τοῦ τὸ ποὺ, κι’ ὕστερα ἦταν τὸ μοιραῖο δόλωμα τῆς φωτογραφικῆς μηχανῆς ποὺ κρεμόταν ἀπὸ τὸν ὦμο μου. Κάμποσα ζευγάρια μάτια ἦταν καρφωμένα μὲ ὕφος ἐρωτηματικό, πάνω σ’αὐτὴν κι’ ἔβλεπα ἀρκετὰ ζευγάρια χεριῶν ποὺ πολεμοῦσαν νὰ χτενίσουν τὶς μακρυὲς γενειάδες καὶ νὰ διορθώσουν τὰ καλυμμαύκια τους. Θά ἔπρεπε νὰ τοὺς φωτογραφίσουμε καθ’ ἕνα ξεχωριστά.

Τὸ μοναστῆρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου ἦταν τὸ ἴδιο θησαυρὸς τόσο, ὅσο οἱ πολύτιμοι θησαυροί του σὲ μετάξι, ἐλεφαντοκόκκαλο ἡ σὲ βελοῦδο. Ἡταν μιὰ ἐρημιὰ γεμάτη καπνοδόχους, θάλους, πολεμίστρες, πυργίσκους καὶ ἄσπρους ἀστρατφτεροὺς δρομίσκους. Συνεχόμενοι προμαχῶνες συμπλήρωναν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο σὲ τρόπον ποὺ μποροῦσες νὰ προχωρήσεις ὡς τὴν ἀνατολικὴ μεριά, ὅπου ἁπλώνεται τὸ νησί, καὶ ν’ ἀντικρύσεις τὰ σχήματα τῶν ἄλλων νησιῶν, ἀμυδρά, σὰν ξεβαμμένα σχέδια πάνω στὸν ἀπαλόν οὐρανό. Λέρος, Ἰκαριά, Ἀμοργός, Σάμος. Τὰ σύννεφα εἶχαν ἀναποδογυρίσει θαρεῖς, κι’ἔμοιαζαν σὰν φυτίλια, πεισματάρικα καρφωμένα στὸ σφόντο τοῦ σκοτεινοῦ ὁρίζοντα. <<Ἄσχημος καιρός>> εἶπε ὁ Ἡγούμενος, μόλις ἄκουτε ὅτι σκοπεύαμε νὰ γυρίσουμε τὸ ἴδιο ἀπόγευμα. <<Θὰ ἔπρεπε νὰ μείνεις ἕνα μῆνα μαξύ μᾶς>>. Κι’ αὐτὸ τούδωσε τὴν ἀφορμὴ νὰ μᾶς δείξει τὰ ἄνετα διαμερίσματα γιὰ τοὺς ξένους, ὀχτὼ ὀμορφούτσικα ἀσβεστωμένα δωμάτια μὲ γωνιακὰ παράθυρα ποὺ ἔβλεπαν στὴ θάλασσα. Θὰ μ’ ἄρεσε νὰ μείνω ὥς τὸ τέλος τῆς ζωῆς μου, κι’ ἡ σκέψη αὐτὴ μοῦ φάνηκε σὰν πρόχειρη κοινοτοπία γιατὶ ὅποιος καὶ νᾱταν θὰ εἶχε μιὰ τέτοια ἐπιθυμία. <<Δὲν νοιώθετε μοναξιά>> ρώτησε ἡ Ε. τὸν Ἡγούμενο. Ὁ γέρο – μοναχός ἐπανέλαβε δυό – τρεῖς φορὲς τὴ λέξη κυτάζοντας μας, πότε τὸν ἕνα καὶ πότε τὸν ἄλλο καὶ κρατῶντας την μακρυά του γιὰ νὰ μπορέσει νὰ μπεῖ στὸ νόημα ποὺ ἔκλεινε. Δὲν ἀπάντησε ἀπ’ εὐθείας. Μερικὲς σταγόνες βροχῆς ἔπεσαν μὲ θόρυβο στὴν ταράτσα. Τὸ χάσμα ἀνάμεσα στὰ σύννεφα ξανάκλεινει μὲ γρηγοράδα, πάνω μας. Απὸ κάτω, οἱ γραμμὲς τοῦ λιμανιοῦ κι’ οἱ διαμαντένιες ἀποχρώσεις τοῦ λόφου, πίσω του, ἄρχισαν νὰ χλωμιάζουν καὶ νὰ λυώνουν, ἐνῶή βροντὴ κυλοῦσε ἀπὸ τὰ δυτικά/. Μᾶς ὡδήγησε στὴ βιβλιοθήκη καὶ μᾶς ἔδειξε τὰ περίφημα χειρόγραφα, τυλιγμένα ζωγραφιστὰ ἄμφια καὶ ἀρχαῖα ἔγγραφα, πατῶντας λυγισμένα τὰ δάχτυλα στὸ χοντρὸ βελοῦδο γιὰ νὰ νοιώσει τὸ βάρος καὶ τὴν ποιότητα. Ὅταν τελειώσαμε ἀπὸ χεῖ, μᾶς ἄφισε νὰ τὸν φωτογραφίσουμε ἀκουμπισμένο στὸ στενὸ παράθυρο, βέβαιοι ὅτι εἶχε ἐπίγνωση τῆς χάρης τῆς γενειάδας άδας του καὶ τῶν ὄμορφων χεριῶν του. Ἔξω μιὰ βροχὴ ἀπὸ σταγόνες, χάντρὲς σὰν γαϊδουράγκαθα, ἄρχισε νὰ κατεβαίνει γράφοντας· σχέδια σὲ ὅλα τὰ πεζούλια καὶ μεταμόρφωσε σὲ λίγο τὸ μονατῆρι ἀπὸ ὁλοασπρο σὲ βρεγμένο οὐδέτερο γκριζόχρωμη ὄγκο. Γιὰ λίγο ἡ βροχὴ δίστασε κι’ ἀκούμπησε τὶς χοντρὲς σταγόνες της στὰ χείλη τῆς καμπάνας, ὕστερα ὅμως ἔτρεξε κάτω στὴν αὐλὴ ψάχνοντας νὰ βρεῖ τὰ παραφουσκωμένα ἀπ’ τὸ νερό χαντάκια, <<Θαρρῶ πὼς δὲν θὰ φύγουμε με ἀποψε>> μουρμούρισα.

Στὴν τραπεζαρία, ὅπου τὰ παράθυρα φωτίζουνταν ἀπὸ κίτρινες ἀναλαμπὲς ἀστραπῆς, παρακολουθήσαμε τὴν καταιγϊδα ποὺ κυλοῦσε γοργὰ τὰ σύννεφα καὶ τὰ συνδύαζε ὅλο καὶ σὲ καινούργιους σχηματισμούς. Τὰ νησιὰ εἶχαν χαθεῖ. Παράξενα κάστρα προχωροῦσαν μεγαλόπρεπα στὸ σκοτεινὸ οὐρανὸ ἐνῶ πέρα ἀπ’ αὐτὰ ἡ ήλιος ἔλαμπει ἀκόμα. Τρέχαμε ἀπὸ παράθυρο σὲ παράθυρο καὶ φωνάζαμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο γιὰ νὰ τοῦ δείξουμε κάτι τὸ ἀξιοθέατα. Ἀπὸ τὶς χαραμάδες ποὺ ἄφιναν τὰ σύννεφα ξέφευγαν μακρυὲς κίτρινες φωτεινὲς σαγίττες ποὺ παιχνίδιαζαν μὲ τὴ μολυβένια θάλασσα σὰν φωτεινοὶ προβολεῖς ποὺ ἕγραφαν ἀργοὺς κύκλους ἡ ποὺ ἔτρεχαν σὲ ὅλο τὸ μάκρος τοῦ ὁρίζοντα προτοῦ χαθοῦν καὶ σβύσουν. Ἔφερναν στὸ νοῦ τὶς μυτερὲς φωτεινὲς βελόνες ποὺ ξετρυποῦν τὸ σκοτάδι σὲ κεῖνες τὶς ἐλαιογραφίες στὰ δι βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπου ἡ περιστερὰ κατέρχεται ἀκουμπώντας, θαρρεῖς σὲ ξύλινη σκάλα. Μιὰ γρηοῦλα ἑτοίμασε φαγητὸ γιὰ τρεῖς καὶ σὲ λίγο ἔφθασε κι’ ὁ Ἡγούμενος ποὺ ἕχυσε βαρὺ κόκκινο κρασὶ στὰ ποτήρια μας καὶ μᾶς σέρβιρε νοστιμώτατη ὄρνιθα μὲ ρίζι. Φαινόταν στενοχωρημένος καὶ μᾶς κύταζε νευριασμένος κάθε φορὰ ποὺ καμιὰ ἀστραπὴ φώτιζε τὸ πρόσωπό του. Πότε – πότε συζητούσαμε γιὰ χίλια δυὸ ἀσυνάρτητα πράματα κι’ ἡ συζήτησή μας συναγωνιζόταν τὴν μπόρα ποὺ κάθε τόσο μούγκριζε μὲ τὶς βροντές της.

<<Σεῖς τηλεφωνήσατε;>> μᾶς ρώτησε ὁ γερο – Ἡγούμενος.

<<Ναί, ἀπὸ τὴ Λέρο. Σᾶς μίλησε ὁ ὑπηρέτης τοῦ ταγματάρχη Φ.Ἐκούνησε τὸ κεφάλι του δυὸ φορὲς μὲ κάποια ἀνυπομονησία κι’ ἔχωσε στὸ στόμα του μιὰ μπουκιὰ ἀπὸ ὄρνιθα. <<Πολὺς κόσμος μᾶς τηλεφωνεῖ καὶ λέει ὅτι θάρθεῖ>> εἶπε. <<Μερικοὶ ἔρχονται. Ἄλλοι δὲν φτάνου ποτέ>>. Ἔδωσε μερικὲς σύντομες διαιταγὲς στὴ γρηούλα στρέφοντας τὸ κεφάλι πρὸς τὴν πλάτη του κι’ ἄρχισε νὰ μᾶς διηγᾶται γιὰ τὸν πόλεμο. Στὸ μοναστῆρι ἀναγκάστηκαν νὰ παίξουν τὸ ρόλο φιλάνθρωπου οὐδέτερου σὲ τρία ἔθνη. Ἕνα χαμόγελο φώτισε τὸ πρόσωπό του ὄταν μᾶς εἶπε ὅτι τρεῖς διαφορετικὲς μονάδες, Ἰταλοί, Γερμανοὶ καὶ Ἄγγλοι εἶχαν καταφύγει στὸ μοναστῆρι τὴν ἴδια ἐποχή. <<Δυὸ ἀπὸ τοὺς τρεῖς μπορεῖ νὰ μᾶς εἶχαν σκοτώσει>> εἶπε. Τὶ μπορούσαμε νὰ κάνουμε; Ἔνας ἰταλὸς στὸ πάνω πάτωμα, ἕνας πληγωμένος γερμανός, ποὺ τοῦ ἔσωσε τὴ ζωή, στὴν ἀποθήκη, κι’ ἔξη ἐγγλέζοι κομμάντος στὸ κελλάρι ὅπου ἦταν καὶ ἐπιτελεῖο τοὺς Ἠταν δύσκολο κι’ ἐπικίνδυνο παιχνίδι ἀκόμα καὶ νὰ τὸ θυμᾶται κανείς. Φυσικὰ ἦταν μὲ τοὺς Ἐγγέζους – ἀλλὰ ἕνα μοναστῆρι εἶναι πρῶτα ἀπ’ ὅλα-μοναστῆρι. – <<Δὲν μπορούσαμε ν’ ἀφίσουμε τὸ Γερμανὸ νὰ πεθάνει ἔξω στὸ λόφο. Ὅσο γιὰ τοὺς Ἰταλούς….>> Ἐκούνησε τοὺς ὤμους του.

Ξαφνικὰ ἐκύταξε ἕνα γύρω καὶ εἶπε. <<Κι’ αὐτὸς ὁ κ. Ἄντωνο – γιατὶ δὲν ἧρθε μαζύ σας ἀπ’ τὴ Λέρο;>> Κυταχτήκαμε μὲ ἀπορία. <<Ἕνας Ἐγγλέζος ταγματάρχης ποὺ μᾶς τηλεφώνησε κι’αὐτός>>. Ἀπὸ ὅτι μπορούσαμε νὰ ξέρουμε δὲν εἶχε κανένα ἄλλο στὴ Λέρο ποὺ σκόπευε νὰ κάμει τὴ διαδρομή: ἄν εἶχε χανένα θάπρεπε νὰ πάρει τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν ταγματάρχη ποὺ μᾶς ἔχει φιλοξενήσει καὶ θὰ τὸ μαθaίναμε ἐξάπαντος, <<Νὰ τὶ θέλω νὰ πῶ>> εἶπε ὁ Ἡγούμενος σὲ λυπημένο τόνο. <<Ἕνα σωρὸ κόσμος μᾶς τηλέφωνᾶ>>.

Ἡ μπόρα ταξίδευε πέρα ἀπὸ τὸν κρημνὸ καὶ τάραζε τώρα τὶς χουρμαδιὲς κάτω στὴν κοιλάδα. Τελειώσαμε τὴν ἐξαιρετικὴ ὅρνιθα κι’ ὁ Ἡγούμενος μᾶς πῆρε ἀπὸ δωμάτιο σὲ δωμάτιο, περάσαμε ἀπὸ ἀνεμοδαρμένους διαδρόμους, ἀνεβοκατεβήκαμε σκάλες. Ἐδῶ ζοῦσαν οἱ μοναχοί. Ἐδῶ ἦταν τὸ δωμάτιο ποὺ δεχόντουσαν. Ἐδῶ συνεδρίαζει ἡ σύνοδος γιὰ νὰ συζητήση γιὰ τὰ διάφορα ἐκκλησιαστικὰ θέματα καὶ γιὰ τὴ διαχείριση: τοῦ μοναστηριοῦ. Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς βουερὲς κάμαρες ἦταν καὶ τὸ γερμανικὸ τηλέφωνο ἐκστρατείας – πανομοιότυπο ἐκείνου τῆς Λέρου. Μόλις τὸ κύταξε ὁ Ἡγούμενος εἶδα πὼς μιὰ ἔκφραση ἀηδίας καὶ ὀργῆς τάραξε τὸ πρόσωπό του. <<Αὐτὸ εἶναι τὸ τηλέφωνο>> εἶπε. Ἀπὸ ἕνα ἀνοικτὸ παράθυρο ἡ βροχὴ ξεχυνόταν μέσα κι, ἐτάραζε τὴ σκόνη στὸ πάτωμα καὶ κουνοῦσε τὶς βαρειὲς κόκκινες κουρτίνες. Ἔκλεισα τὸ παράθυρο καὶ κατεβήκαμε ἀπὸ τοὺς διαδρόμους ὁ ἕνας πίσω ἀπὸ τὸν ἄλλο. Μόλις ξεπροβάλαμε ἀπὸ τὸ τελευταῖο μπαλκόνι ποὺ βλέπει στὴν αὐλὴ ὁ Ἡγούμενος ἄκουσε φωνές. Κυτάζοντας πέρα εἶδα τὴν μουσκεμένη σιλουέττα τοῦ καπετάνιου μας. Ὄρθιος στὴν ἐξώπορτα μὲ ἕνα κομμάτι σακκοῦλι στὸ κεφάλε. <<Σὲ μισὴ ὥρα>> μᾶς φώναξε ἀπὸ κάτω, <<ἡμπόρα θάχει μιὰ διακοπή;>> Ἄν θέλαμε νὰ τὴν ἐπωφεληθοῦμε θὰ είμαστε πίσω στὴ Λέρο γιὰ τὸ δεῖπνο. Ἄν ὄχι….

<<Δὲν μιλήσαμε γιὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη>> εἶπε ὁ Ἡγούμενος. <<Γιὰ τὸ θαυμάσιο βιβλίο του. Πρέπει νὰ δῆτε τὴν ἐκκλησιά του. Μείνετε μαζύ μας>>. Ἡ φωνή του πῆρε ἕνα τόνο χαιδευτικῆς φιλοξενίας. Ἦταν δύσκολο νὰ τοῦ ἐξηγήσουμε πὼς ἀν χάναμε τὸ μέσο ποὺ ἔφευγε γιὰ τὴ Ρόδο τὴν αὐγὴ τῆς ἑπομένης θἀπρεπε νὰ μείνουμε ἀραγμένοι γιὰ μιὰ βδομάδα. Ἐμένα ἡ ἰδέα αὐτὴ στ’ ἀλήθεια μὲ γοήτευε. Καταλυπήθηκε. Εἶχε σκοπὸ νὰ μᾶς κάνει μιὰ ἔκθεση γιὰ τὴν Ἀποκάλυψη.

Μ’ ὅλα αὐτὰ μᾶς βοήθησε νὰ δέσουμε τὶς ἀποσκευές μας, κι’ ἕνας ἕνας οἱ μοναχοὶ ἡ θαν ἀπὸ τὶς κάμαρές τους γιὰ νὰ μᾶς σφίξουν τὸ χέρι καὶ νὰ μᾶς εὐχηθοῦν καλὸ ταξίδι. <<Ἐλᾶτε ξανά>> μᾶς φώναζαν. <<Ἐλᾶτε νὰ μείνετε μαζύ μας. Μὴ νοιαστεῖτε νὰ μᾶς τηλεφωνήσετε. Ἐλᾶτε ὅτι ὥρα θέλετε νὰ μείνετε μαξύ μας ὅσο καιρὸ θέλετε>>.

Περάσαμε ἀπὸ τὴ μεγάλη ἐξώπορτα μέσα ἀπὸ ἐκτυφλωτικὴ βροχὴ ποὺ ἄρχισε νὰ ἀραιώ νει μόλις πλησιάςαμε στὸ λιμάνι. Τὸ μικρὸ καϊκι ἦταν ἕτοιμο καὶ ἡ μηχανή του ἀναμμένη. Σὲ λίγα δευτερόλεπτα ὅλα ἦσαν ἕτοιμα. Προλάβαμε μόλις νὰ ποῦμε ἕνα βιατικὸ ἔχετε γειὰ στοὺς φίλους χασομέρηδες τῆς ταβέρνας κι’ εἴχαμε κι’ ὅλας ξεκινήσει. Βγήκαμε ἀπὸ τὸ λιμάνι ἀνάμεσα σὲ μιὰ θάλασσα ἄσχημη καὶ ταραγμένη.

Τὸ σκοτάδι ἔπεσε ἀπότομο προτοῦ προλάβουμε νὰ ξεχωρίσουμε τὶς ἀπότομες στενοκοπιές. Ἡ ταχύτητά μας εἶναι ἀρκετὴ καὶ τὸ καϊκάκι ἀρμένιζε περήφανα σκίζοντας τὴ θάλασσα μὲ τὴν στρογγυλὴ πρύμνη του ποὺ εἶχε σχῆμα κανόας. Κατὰ τὶς ἑπτὰ οἱ σκοῦρες μορφὲς καὶ τῶν βράχων ξεπρόβαλαν μπροστά μας κι’ ἐλαττώσαμε τὴν ταχύτητα. Ἡ μέρα κρεμμόταν θαρρεῖς στὸ σφόντο τ’ οὐρανοῦ κι’ ἦταν κι’ αὐτὴ ἕνα μὲ τὴ σκοτεινιὰ μ’ ὅλο ποὺ μποροῦσες νὰ τὴν ξεχωρίσεις ὕστερα ἀπὸ ἐντατικὴ προσπάθεια. Ἡ βροχὴ στὴν ἐνδιάμεση ἀπόσταση ἐχάραζε τὸν οὐρανό. Νοιώθαμε στὰ χείλη μας τὴ γεύση τοῦ ξεροῦ ἀλατιοῦ καὶ στὸ λαιμὸ καὶ στ’ αὐτιὰ τὴ ξερὴ σκόνη της. Σύντομα ξεπεράσα μὲ τὸ βραχιόνι καὶ τὰ ἀραιὰ χλωμὰ φῶτα τοῦ λιμανιοῦ μεγάλωναν κατανυχτικὰ ὅσο πλησιάζαμε. Ἔβρεχε ἀκόμη σὰν ξεμπαρκάραμε καὶ διασχίσαμε τὰ βρεγμένα ἔρημα δρομάκια πρὸς τὴ λέσχη. Ἡ ἀτέλειωτη μαυράδα καὶ τὸ κούνημα τῆς θάλασσας μᾶς ἔχανε νὰ περπατοῦμε ἀδέξια καὶ χοροπηδηχτὰ ὅπως οἱ ναῦτες τοῦ ὠκεανοῦ σὲ μεροκὲς Ἐδουαρδιανὲς παντομίμες Ἡ βροχὴ ἐθροοῦσε τὶς καστανιὲς μ’ ἕνα κρότον πυροβολισμοῦ.

Σταθήκαμε γιὰ λίγο στὸ σκοτεινὸ διάδρομο τινάζοντας τὰ ροῦχα μας καὶ φωνάζαμε τὸν καμπούρη ποὺ ἔφθασε ἐπὶ τέλους ἀπὸ τὴν κουζίνα φέρνοντας μαζύ του μιὰ μεγάλη δέσμη φωτὸς καὶ τὶς ἀναλαμπὲς τοῦ φούρνου.

Ἐπάνω οἱ ἀξιωματικοὶ εἶχαν τελειώσει τὸ δεῖπνο τους. Ἦταν ὡραῖο νὰ χωθεῖς σὲ ἀπὸ τὶς κομψὲς πολυθρόνες ποὺ ὁ Γερμανὸς διοικητὴς τῆς Λέρου εἶχε στολίσει τὴ λύσχη του καὶ νὰ ρουφήξεις ἕνα πιοτὸ ἐνῶ τὰ μπάνια μας ἐζεσταίνουνταν ἐπάνω. Διηγηθήκαμε τὰ σχετικὰ τῆς ἐκδρομῆς μας στὸν οἰκοδεσπότη μας καὶ τὸν εὐχαριστήσαμε κατάλληλα γιὰ τὴν παραχώρηση τοῦ καϊκιοῦ. Ἐνῶ μιλούσαμε τὸ τηλέφωνο στὸ διάδρομο ἄρχισε νὰ χτυπᾶ. <<Νὰ πάρει ἡ ὀργή>> εἶπε ὁ νεαρὸς ἀξιωματικὸς τρέχοντας πρὸς τὴ σκάλα γιὰ νὰ ἀπαντήσει. <<Δὲν μᾶς ἄφισε ἡσυχία ὅλη τὴν ἡμέρα>>. Σὲ λίγο γύρισε πίσω. <<Εἶναι ὁ Ἡγούμενος καὶ θέλει νὰ μάθει ἄν στρέψανε σῶοι. Θέλει νὰ πᾶτε κάτω σεῖς ὁ ἴδιος νὰ τοῦ ἀπαντήσετε>>. Πέρασα ἀπὸ τὸν σκοτεινὸν διάδρομο καὶ πῆρα στὸ χέρι τὸ ἄσχημο μικρὸ ἀκουστικό. Ὑγρὲς ἐκπυρσοκροτήσεις ἐβούιζα μέσα στὸ ἀκουστικό. <<Ἐμπρός>> εἶπα, καὶ γιὰ μιὰ στιγμὴ ἄκουσα, σὰν σὲ καχϋλι, τὸ σφύριγμα τῆς θάλασσας ποὺ μαστιγώνει τὰ πέτρινα ἀκρωτήρια, ποὺ χοχλάζει γύρω τριγύρω στὶς ηφαιστιώδεις πέτρες, καὶ ξεσπᾶ πάνω στὸ ἔρημο κορδόνι τοῦ λιμανιοῦ τῆς Πάτμου. <<Ἐμπρός>>. Ἡ φωνὴ τοῦ Ἡγούμενου ἐξεχώρισε ἀνάμεσα ἀπὸ σφυρίγματα καὶ παράξενους θορύβους ποὺ θύμιζαν προπολεμικά γραμμόφωνα. <<Μακαριώτατε>> εἶπα, δίνοντάς του τὸν τίτλο ποὺ ἀνήκει μόνο στὸν Πατριάρχη. <<Ἐφθάσαμε σῶοι καὶ σᾶς εὐχαριστοῦμε πολύ>>. Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ τὸν εὐχαρίστησα. Ὁ νεαρὸς ἀξιωματικὸς κατέβηκε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω μου κι’ ἐνῶ μιλοῦσα ἔβαλε στὸ στόμα μου σιγάρο καὶ μοῦ τ’ ἄναψε. <<Ύστερα ἀπὸ σᾶς>> εἶπε. Ὁ Ἡγούμενος φαινόταν ταραγμένος καὶ ἀνήσυχος. Χωρὶς ἀμφιβολία δὲν. Ἦταν συνηθισμένος νὰ τηλεφωνᾶ. Αὐτὸς ὁ κ. ταγματάχης <<Ἄντονυ>> εἶπε. <<Ποιὸς εἶναι; ὁ παραγοιὸς ἐδῶ θέλει νὰ ξέρε; ἄν πρέπει νὰ ἑτοιμάσει φαγητὸ ἡ ὅχι>>. Ὁ ἀξιωματικὸς πῆρε τὸ ἀκουστικὸ ἀπὸ τὸ χέρι μου κι’ἄρχισε μιὰ κωμικὴ συζήτηση μὲ τὸ νησί. <<Δὲν ὑπάρχει τέτοιο πρόσωπο Ἡγούμενε>> εἶπε. Ἡ φαντασία σας πάλι. Ὄχι… Γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν θὰ ἐνοχληθῆτε.

Ἀνεβήκαμε μαζὺ τὴ σκάλα καὶ μπήκαμε στὸ φωτισμένο δωμάτια ὅπου τὰ χαρτιὰ ἦταν κι’ ὅλας ἕτοιμα στὸ τραπέζι κι’ ἡ νυσταγμένη Ε. τακτοποιοῦμε τὰ πραματά της. Τὴν ἐπομένη, τὴν αὐγή, ἡ ἀτμάκατος τοῦ ναυτικοῦ θὰ μᾶς ἔπαιρνε πίσω στὴ Ρόδο. Ἀργότερα ὅταν εἶχα πιὰ ξαπλώσει στὸ κρεβάτι κι’ ἄκουα τὸ θρόϊσμα τῆς φοινικιᾶς στὸ λόφο, ὁ νεαρὸς, ἀξιωμα. Τικὸς ἦρθε νὰ μὲ καληνυχτίσει ὅρθιος στὴν ἀνοικτὴ πόρτα μὲ τὸ κερὶ στὸ χέρι. Δὲν θὰ βλεπόμαστε ὥς τὴν στιγμὴ τῆς ἀναχώρησης. <<Κάνει συχνὰ λάθη ὁ Ἡγούμενος μὲ τοὺς προσκυνητές τοὺ τοῦ τηλεφωνοῦν; ρώτησα σὲ μιὰ ξαφνικὴ ἔμπνευση. <<Κάτι τέτοιο συμβαίνει>> μοῦ ἀπάντησε ἀδιάφορα. <<Ἀπελπισία αὐτὰ τὰ γερμανικὰ τηλέφωνα. Τὸν μόνο Ἄντονυ ποὺ γνώριζα ἦταν κάποιος <<Μπένυ>> ποὺ σκοτώθηκε στὴν Γκάζα τὸ 1942. Καληνύχτα λοιπὸν κι’ ἐλπίζω νὰ ἔκανες καλὴ ἐκδρομή. Εἶδα τὴ φωτεινὴ σταγόνα τοῦ κεριοῦ νὰ ἀπομακρύνεται ἀργὰ ἀργὰ καὶ ἀνεβαίνει τὴ σκάλα. Στὸ σκοτάδι ένα κατσίκι ἔβηξε. Ἡ βροχὴ ξανάρχισε μὲ τὴ μονότονη μουρμουριστὴ βοή της κι’ ἀποκοιμήθηκα.

Works cited

Durrell, Lawrence, “Can Dreams Live on When Dreamers Die?” 1947. Reprinted in From the Elephant’s Back: Collected Essays and Travel Writings, ed. James Gifford (Edmonton: University of Alberta Press, 2015). 

—– Reflections on a Marine Venus. (London. Faber and Faber, 1953).

MacNiven, Ian,   Lawrence Durrell: A Biography, (London: Faber and Faber, 1998).

———– (ed.), The Durrell-Miller Letters 1935-1980 (New York: New Directions, 1988).

Mills, Raymond, “With Lawrence Durrell on Rhodes, 1945-47.” Twentieth Century Literature

33, no. 3 (1987): 312-16.

Roessel, David, “’Cut in Half as It Was’: Editorial Excisions and the Original Shape of

Reflections on a Marine Venus”, Deus Loci NS6, (1998): 64-75.

1 There is an interesting piece on the historian Torr by one ‘L Durrel’ in the March 1946 issue (361) that has no translator listed. This is clearly a simple typographical error. But the lack of a translator when one is listed for the other entries by Durrell raises the question of whether Durrell had written this in Greek.

2 “Dreams, Divinations” was published in issue no.1 of C.20 and reproduced, with a substantial introduction by David Roessel, in Lawrence Durrell’s Endpapers and Inklings 1933-1988 vol.1, pp. 357-66.

3 Raymond Mills says in “With Durrell in Rhodes” that Techni was a newspaper and Durrell took on much of the editing and some composition. He may be right about Durrell’s activities; however, he clearly was wrong about the name. Techni was a monthly literary journal, and the word (translated by Mills as “Art”) would be a very odd name for a newspaper.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s